Print this pageEmail this pageDecrease font sizeReset font sizeIncrease font size

Excelsior




Το Excelsior Ι σε βραχιόλι από τον χρυσοχόο Robert Mouawad, που το έχει στην κατοχή του από το 1996.

Το Excelsior Ι σε βραχιόλι από τον χρυσοχόο Robert Mouawad, που το έχει στην κατοχή του από το 1996.

Το διαμάντι αυτό βρέθηκε στο ορυχείο Jagersfontein, το οποίο έπαψε να λειτουργεί στις 28 Μαΐου του 1971. Το συγκεκριμένο αδαμαντωρυχείο ήταν το πρώτο της Νότιας Αφρικής. Όμως πάντα ήταν στη σκιά των αδαμαντωρυχείων της περιοχής Kimberly, 130 χιλιόμετρα βορειοδυτικά. Αργότερα έμελλε το ορυχείο αυτό να δώσει το πανέμορφο ανοιχτού μπλε χρώματος διαμάντι Excelsior, το δεύτερο μεγαλύτερο διαμάντι όλων των εποχών, αλλά και ένα από τα βαρύτερα και ποιοτικότερα διαμάντια του κόσμου.

Η 30η Ιουνίου του 1893 ήταν η πιο συγκλονιστική στιγμή στην ιστορία του ορυχείου. Ένας Αφρικανός εργάτης, καθώς φτυάριζε τα αμμοχάλικα, παρατήρησε ότι στο φτυάρι του ήταν ένα τεραστίων διαστάσεων διαμάντι. Αρχικά το έκρυψε από τον επιστάτη του και το παρέδωσε στα χέρια του διευθυντή του ορυχείου. Σαν ανταμοιβή έλαβε £500 συν ένα άλογο, με πλήρη εξοπλισμό σέλα και χαλινάρι.

Το διαμάντι ζύγιζε 971 καράτια με το παλαιό σύστημα ζύγισης (σήμερα θα αντιστοιχούσε σε 995,2 καράτια). Το χρώμα του ήταν μπλε-άσπρο, χαρακτηριστικό όλων των διάσημων διαμαντιών που προέρχονται από το συγκεκριμένο αδαμαντωρυχείο, με σχισμογενή επίπεδα και υψηλή διαύγεια παρότι υπήρχαν στο εσωτερικό του μαύρα στίγματα, άλλο ένα χαρακτηριστικό των διαμαντιών Jagersfontein. Η μορφή της πέτρας ήταν ασυνήθιστη, επίπεδη από τη μια πλευρά και υπερυψωμένη από την άλλη. Προφανώς το σχήμα αυτό ενέπνευσε και το όνομα του διαμαντιού, διότι «excelsior» σημαίνει υψηλότερο.

Το Excelsior κατέχει τον τίτλο του «αγνώστου» μεταξύ των διάσημων διαμαντιών. Όπως θα δούμε και παρακάτω, το Excelsior κόπηκε σε πολλά μικρά διαμάντια, σε σύγκριση με τον τεράστιο αρχικό του κρύσταλλο. Δεν απέμεινε δηλαδή πέτρα αξιοσημείωτου μεγέθους, έτσι ώστε να γραφτεί στην ιστορία και να βοηθήσει να κρατηθεί το όνομά του στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Από τον αρχικό κρύσταλλο των 995 καρατίων θα μπορούσε κάλλιστα να προκύψει πέτρα 300 καρατίων, η οποία αυτομάτως θα έμπαινε στο πάνθεον με τα μεγαλύτερα κομμένα διαμάντια του κόσμου και θα έμενε στην ιστορία. Την εποχή της ανακάλυψής του ο βρετανικός τύπος δεν του απέδωσε τις τιμές που του άξιζαν, πράγμα που έκανε για πολύ μικρότερα διαμάντια. Πραγματικά είναι παράξενο, εάν αναλογιστούμε ότι για περίπου 12 χρόνια ήταν το μεγαλύτερο διαμάντι του κόσμου, μεγαλύτερο ακόμα και από το θρυλικό «Μεγάλος Μογγόλος», που βρέθηκε στην Ινδία το 1650 με βάρος 787 καράτια, κι όμως δεν του δόθηκε η δέουσα προσοχή. Μόλις το 1905 έπεσε στη δεύτερη θέση μετά την εύρεση του ασυναγώνιστου Κάλιναν (Cullinan).

Βέβαια, προέκυψαν ατυχείς συγκυρίες, διότι μετά από διαπραγματεύσεις το αδαμαντωρυχείο Jagersfontein τελικά περιήλθε στην κυριότητα μιας νεοσύστατης εταιρείας, της New Jagersfontein Mining & Exploration Company Limited τον Απρίλιο του 1887. Η κοινοπραξία αυτών των εταιρειών που αγόρασε την παραγωγή του ορυχείου, υπέγραψε συμβόλαιο εκμετάλλευσης το οποίο έληξε λίγες ώρες μετά την εύρεση του Excelsior. Δηλαδή, εάν το διαμάντι είχε βρεθεί λίγες ώρες πριν, η New Jagersfontein Mining & Exploration Company Limited σίγουρα θα είχε ανανεώσει τη συμφωνία, εφόσον σίγουρα θα προέκυπτε ουσιαστική διαφορά στα κέρδη λόγω του αξιολογότατου αυτού ευρήματος. Πάντως τελικά το Excelsior εστάλη στο Λονδίνο στα γραφεία της Messieurs Wernher, Beit & Co, η οποία ήταν η ισχυρότερη από τις δέκα εταιρείες που μετείχαν στην κοινοπραξία. Η Wernher, Beit & Co. επιδίωξε να ασφαλίσει το διαμάντι για £40.000 αλλά δεν κατάφερε να πετύχει καλύτερη τιμή από τις £16.250.

Στην απολογιστική έκθεση για το οικονομικό έτος που έληξε την 31η Μαρτίου 1894, ο πρόεδρος της New Jagersfontein Mining & Exploration Company δήλωσε ότι, παρʼ όλα τα μπερδέματα, η επιχείρηση κατείχε ακόμα το 50% από το ακατέργαστο «Excelsior» βάρους 995 καρατίων που βρέθηκε στις 30 Ιουνίου του 1893, γεγονός που έδινε αξία στην περιουσία της εταιρείας. Όμως εκείνη τη χρονική στιγμή ήταν αδύνατο να γίνει εκτίμηση και να δοθεί χρηματική αξία στην πέτρα.

Το διαμάντι παρέμεινε στο Λονδίνο μέχρι το 1895, οπότε και βρέθηκε το δεύτερο μεγαλύτερο διαμάντι του ορυχείου Jagersfontein. Ζύγιζε 634 καράτια, δηλαδή 650,8 σημερινά καράτια, και το ονόμασαν «Reitz» από τον F.W. Reitz, μετέπειτα Πρόεδρο του Ελεύθερου Κράτους της Οράγγης (Orange Free State), ενός κρατιδίου της εποχής 1854–1902 και σήμερα επαρχίας της Νότιας Αφρικής. Ο πρόεδρος της επιχείρησης των μεταλλείων, στην ετήσια γενική συνέλευση που έγινε στο Kimberly στις 28 Μαΐου του 1896, είπε ότι, επειδή δεν έχει βρεθεί τρόπος εκμετάλλευσης του «Excelsior», τώρα και με την απόκτηση ενός ακόμα μεγάλου διαμαντιού, καλό θα ήταν να πουληθούν τα μισά δικαιώματα των δύο αυτών πετρών.

Φυσικά δεν άργησε καθόλου να βρεθεί αγοραστής. Ακριβώς την επόμενη μέρα ήρθε προσφορά από την Wernher, Beit & Co., Barnato Bros & Mosenthal Sons & Co, η οποία δέχτηκε την αγορά του 50% των διαμαντιών ʽExcelsiorʼ και ʽReitzʼ έναντι £25.000.

Με αυτόν τον τρόπο ολοκληρώθηκε μια από τις πιο κερδοφόρες συναλλαγές που έγινε ποτέ στο εμπόριο διαμαντιών — από τη σκοπιά του αγοραστή. Η πώληση των δύο διαμαντιών οδήγησε στην κοπή του Reitz, ή Ιωβηλαίου (Jubilee) όπως μετονομάστηκε, σε δύο μεγάλους λίθους το επόμενο έτος. Ο μεγαλύτερος από τους δύο είναι ακόμα και σήμερα στην πρώτη δεκάδα των μεγαλύτερων κομμένων και γυαλισμένων διαμαντιών. Όμως εξακολουθούσε να μην εμφανίζεται αγοραστής για τον κρύσταλλο Excelsior και τελικά, το 1903, εστάλη στην I.J. Asscher στο Άμστερνταμ.

Φαίνεται όμως ότι η κακοτυχία δεν σταμάτησε να κυνηγά το Excelsior. Αρχικά ένα τέτοιο τεράστιο διαμάντι προοριζόταν να μείνει στην ιστορία, εφόσον άνετα θα μπορούσε να προκύψει ένα πολύ μεγάλο κατεργασμένο και γυαλισμένο κομμάτι του ή τουλάχιστον δύο μεγάλα, που για την εποχή εκείνη θα ήταν σίγουρα τα μεγαλύτερα κατεργασμένα διαμάντια του κόσμου. Αντʼ αυτού κόπηκε σε πολλά μικρά τεμάχια. Αυτό έγινε επειδή οι ειδικοί θεώρησαν ότι δύσκολα θα βρεθεί αγοραστής για τόσο μεγάλες και καλής ποιότητας πέτρες. Δηλαδή η αξία του θεωρήθηκε τόσο μεγάλη που το καθιστούσε άχρηστο. Φυσικά αυτό ήταν πολύ απερίσκεπτο και βιαστικό και ίσως να διέπραξαν το μεγαλύτερο λάθος στην ιστορία των διάσημων διαμαντιών, καθώς τώρα θα μπορούσαμε να έχουμε ένα ακόμα πανέμορφο στολίδι σε κάποιο μουσείο ή ιδιωτική συλλογή. Την εποχή εκείνη βρέθηκαν κάποιοι οι οποίοι εξέφρασαν την αντίθεσή τους σε αυτή τη φιλοσοφία, όπως ο Alpheus F. Williams, γιος του γενικού διευθυντή των De Beers, ο οποίος στο βιβλίο του «Μερικά όνειρα γίνονται πραγματικότητα» καυτηρίασε αυτή την ενέργεια του τεμαχισμού του Excelsior ως το μεγαλύτερο έγκλημα που έγινε ποτέ σε διαμάντι τέτοιου μεγέθους. Τόνισε ότι η ιστορική αξία συχνά είναι ανώτερη από την εμπορική και πάντα πρέπει να την λαμβάνουμε υπόψη μας. Κατά τη γνώμη του, ήταν απαράδεκτο το γεγονός από έναν κρύσταλλο 995 καρατίων να απομένει ως μεγαλύτερη πέτρα διαμάντι βάρους μόνον 70 καρατιών. Και πρόσθεσε ότι ευτυχώς λίγο αργότερα οι ιδιοκτήτες του Cullinan δεν είχαν την ίδια φιλοσοφία και αποφάσισαν ότι η μεγαλύτερη πέτρα από τον τεμαχισμό του θα έπρεπε να είναι το μεγαλύτερο κατεργασμένο διαμάντι του κόσμου.

Όμως, για να είμαστε δίκαιοι και αντικειμενικοί, πρέπει να πούμε ότι οι ιδιοκτήτες του Excelsior είχαν δύο μεγάλα ελαφρυντικά. Πρώτον, είχαν στην κατοχή τους το επίσης μεγάλο και ανώτερης ποιότητας διαμάντι Reitz ή Ιωβηλαίου, το οποίο και τελικά έμεινε στην ιστορία, γιατί από αυτό προήλθε το ένατο μεγαλύτερο κατεργασμένο διαμάντι όλων των εποχών. Δεύτερον, δεν είχαν τα μέσα μελέτης και κοπής που διαθέτουμε σήμερα και ήταν λογικό να θεωρήσουν ότι η απώλεια βάρους ήταν τόσο μεγάλη που συνέφεραν περισσότερο τα πολλά μικρά κομμάτια. Επίσης, η σύγκρισή του με το Cullinan ήταν τελείως άνιση, διότι το Cullinan ήταν τριπλάσιο σε βάρος, επομένως είχε πιο πολλές δυνατότητες, αλλά ήταν και πιο καθαρό από εγκλείσματα.

Μετά από επισταμένη μελέτη αποφασίστηκε αρχικά να διασπαστεί σε δέκα κομμάτια. Αυτό έγινε από τον A. Asscher το 1904, και προέκυψαν τρία μεγάλα κομμάτια βάρους 158, 147 και 130 καρατίων. Η στίλβωση έγινε με ευθύνη του Henry Koe και παράχθηκαν 21 πολύτιμοι λίθοι, με τον μεγαλύτερο να ζυγίζει 70 καράτια και τους μικρότερους λιγότερο από 1 καράτι. Τελικά οι κομμένες και γυαλισμένες πέτρες που προήλθαν από το Excelsior είχαν συνολικό βάρος 373,75 καράτια, είχαμε δηλαδή απώλεια βάρους 63%. Παρακάτω είναι οι δέκα μεγαλύτερες πέτρες που προήλθαν από το Excelsior:

Excelsior I 69,68 καράτια αχλαδόσχημο
Excelsior II 47,03 καράτια αχλαδόσχημο
Excelsior III 46,90 καράτια αχλαδόσχημο (μήπως το Rovensky;)
Excelsior IV 40,23 καράτια μαρκίζ
Excelsior V 34,91 καράτια αχλαδόσχημο
Excelsior VI 28,61 καράτια μαρκίζ
Excelsior VII 26,30 καράτια μαρκίζ
Excelsior VIII 24,31 καράτια αχλαδόσχημο
Excelsior IX 16,78 καράτια αχλαδόσχημο
Excelsior X 13,86 καράτια αχλαδόσχημο
Excelsior XI 9,82 καράτια αχλαδόσχημο

Όπως είναι φυσικό, οι παραπάνω λίθοι πουλήθηκαν ξεχωριστά. Τρεις από αυτούς αγοράστηκαν από την Tiffany & Co., στο παλαιό κατάστημά της στην Νέα Υόρκη. Τα ονόματα των άλλων αγοραστών δεν είναι γνωστά, ξέρουμε όμως ότι οι De Beers εκθέσανε ένα από τα marquise-Excelsior στην παγκόσμια έκθεση του 1939 στη Νέα Υόρκη.

Τον Ιανουάριο του 1984 η Graff Diamonds Limited του Λονδίνου ανήγγειλε την απόκτηση και την άμεση πώληση πέντε εξαιρετικών διαμαντιών. Μεταξύ αυτών ήταν και το ιστορικό Excelsior Ι, που σύμφωνα με τη Laurence Graff είχε παραμείνει στην κατοχή μίας και μόνο οικογένειας στις Ηνωμένες Πολιτείες, από την οποία το αγόρασε η Graff Diamonds Limited. Ο πολύτιμος λίθος επανεμφανίστηκε προς πώληση τον Μάιο του 1991. Η GIA εξέδωσε το πιστοποιητικό της και την κατέταξε ως προς το χρώμα στην κατηγορία «G» και ως προς την καθαρότητα στην κατηγορία "VS2”. Τον Μάιο του 1996 εμφανίστηκε για μία φορά ακόμα και αγοράστηκε από τον Robert Mouawad για $2.642.000.

Είναι πιθανόν δύο ακόμα από τα μεγαλύτερα Excelsior να ήρθαν στο φως πρόσφατα. Σε μια έκθεση αποκαλούμενη «Η αυλή των κοσμημάτων» που οργάνωσε η εταιρεία Harry Winston Inc στο Σαν Αντόνιο του Τέξας το 1949, εμφανίστηκε ένα διαμάντι 40 καρατίων με διαστάσεις 25,4 x 19 χιλ. Δεν μαθεύτηκαν πολλά για αυτή την πέτρα, την οποία αγόρασε ο Harry Winston από μια εξέχουσα αμερικανική οικογένεια. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι ίσως να ήταν το Excelsior IV. Στις 23 Ιανουαρίου του 1957, ένα κολιέ διαμαντιών με ένα μενταγιόν που ανήκε στην κυρία John E. Rovensky εμφανίστηκε για τη δημοπρασία της Γκαλερί Parke-Bernet. Το κρεμαστό αυτό κόσμημα ήταν ένα αχλαδόσχημο διαμάντι που ζύγιζε περίπου 46,50 καράτια. Δεδομένου ότι αρχικά το αχλαδόσχημο αυτό διαμάντι αγοράστηκε από την Tiffanyʼs, η οποία όπως είπαμε παραπάνω αγόρασε τρία από τα Excelsior, πολλοί συμπέραναν ότι μάλλον πρόκειται για το Excelsior ΙΙΙ.