Print this pageEmail this pageDecrease font sizeReset font sizeIncrease font size

Koh-i-Noor















Koh-I-Noor σημαίνει «βουνό του φωτός» στην περσική. Το όνομα Κοχινούρ δόθηκε σε διαμάντι βάρους 186 καρατίων που βρέθηκε στην Ινδία και είναι το παλαιότερο από τα διάσημα διαμάντια.

Διάφοροι θρύλοι συνδέονται με την προέλευση του πολύτιμου λίθου και την πορεία του ανά τους αιώνες. Σε έναν απʼ αυτούς το διαμάντι χάνεται μετά από μια μάχη και το βρίσκει μια γυναίκα που το δωρίζει στον ναό του Σίβα, όπου και κόσμησε το μέτωπο μιας θεάς ως τρίτο μάτι. Ο θρύλος θέλει το Koh-i-Noor («Το βουνό του φωτός») να έχει κλαπεί από τον θεό Κρίσνα, ενώ αυτός κοιμόταν. Σύμφωνα με τον Σίβα, «αυτός που έχει δική του την πέτρα θα κυριαρχήσει στον κόσμο, αλλά ταυτόχρονα θα έχει και μεγάλη κακοτυχία, διότι μόνο ένας θεός ή μια γυναίκα μπορεί να φοράει την πέτρα ατιμώρητος».

Λιγότερο θρυλική και πιο πιθανή είναι η εκδοχή σύμφωνα με την οποία η πέτρα βρέθηκε το 1304 στο νότιο τμήμα της Ινδίας, στην Γκολκόντα της επαρχίας Άντρα Πραντές, έναν από τους πρώτους τόπους εξόρυξης διαμαντιών (διαμάντια εκτός Ινδίας πρωτοβρέθηκαν στη Βραζιλία το 1730). Η πρώτη περίοπτη θέση του ήταν στο στέμμα του μαχαραγιά της Γκολκόντα. Άλλαξε χέρια αρκετές φορές καθώς η εξουσία μεταβιβαζόταν με μάλλον ανώμαλους παρά ειρηνικούς τρόπους, για να καταλήξει το 1526 στα χέρια του Μπαμπούρ (Babur) που το κατέκτησε από τους Rajahs της Malwa. Φημολογείται ότι είχε τοποθετηθεί στον γνωστό θρόνο Peaccock, ο οποίος φτάχθηκε από τον Σάχη Jahan. Ο Μπαμπούρ ήταν Τουρκομογγόλος κατακτητής, απόγονος του Τζένγκις Χαν και του Ταμερλάνου, που εξόρμησε από την Καμπούλ και κατέκτησε την Ινδία (το σουλτανάτο του Δελχί), όπου ίδρυσε τη Μογγολική αυτοκρατορία της Ινδίας. Ο Μπαμπούρ άφησε πίσω του μια περίφημη βιογραφία, στην οποία έχουμε την πρώτη ιστορική αναφορά στο διαμάντι.

Η πέτρα ανήκε στους Μογγόλους αυτοκρατόρες μέχρι τον 18ο αιώνα, όταν η αυτοκρατορία κατέρρευσε. Το 1732 ο Πέρσης στρατηγός Ναντέρ αυτοανακηρύχτηκε Σάχης, αφού είχε κατακτήσει τις γειτονικές χώρες, και έβαλε σαν στόχο του την κατάκτηση και της Ινδίας. Ο αυτοκράτορας Μωάμεθ έχασε την αποφασιστική μάχη και παρέδωσε στον Ναντέρ Σαχ τα αμύθητα πλούτη του. Όταν ο Ναντέρ έπιασε στα χέρια του το περίφημο διαμάντι, αναφώνησε «Ω, Κοχ-ι-νούρ!» και από τότε (1739) το διαμάντι φέρει αυτό το όνομα.

Το Κοχινούρ δεν έφερε τύχη ούτε στον Ναντέρ γιατί δολοφονήθηκε το 1747 από τους συνεργάτες του. Είναι πιθανόν το διαμάντι να ταξίδεψε από το Αφγανιστάν με φρουρό του Ναντίρ που το έσκασε όταν ο Σάχης δολοφονήθηκε για να προσφερθεί στον Ranjit Singh σε αντάλλαγμα στρατιωτικής βοήθειας η οποία άλλωστε δεν έφθασε ποτέ.

Mετά την πτώση της Περσικής αυτοκρατορίας το διαμάντι επέστρεψε στην Ινδία. Πέρασε από τον έναν τύραννο στον άλλο και το 1833 κατέληξε στα χέρια του μαχαραγιά του Πουντζάμπ, Ραντζίτ Σινγκ. Όταν αυτός ζήτησε να μάθει την αξία της πέτρας, του δόθηκε η εξής εκπληκτική απάντηση: «Πάρε πέντε πολύ δυνατούς άνδρες. Ο πρώτος να πετάξει μία πέτρα στο βορρά, ο δεύτερος μια πέτρα στην ανατολή, ο τρίτος στο νοτιά, ο τέταρτος στη δύση και ο πέμπτος στον ουρανό. Όλον αυτό το χώρο αν τον γεμίσεις με χρυσάφι δεν θα φτάνει την αξία του Κοχινούρ». Ο Ranjit Singh της Punjab πέθανε το 1839.

Ο μαχαραγιάς της Λαχώρης έδεσε το διαμάντι σε ένα βραχιόλι διακοσμημένο με χρυσό και το φύλαξε στο θησαυροφυλάκιό του, όπου και έμεινε για δέκα περίπου χρόνια μετά τον θάνατό του. Στο μεταξύ, η πέτρα ήταν γυαλισμένη υποτυπωδώς και ζύγιζε περίπου 186 καράτια. Το 1849, μετά τoν πόλεμο των Σιχ και των Βρεταννών κατασχέθηκε μαζί με όλους τους άλλους θησαυρούς της Λαχώρης από την Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών και τον λόρδο Λόρενς. Ο λόρδος Νταλχάουζι (Dalhousie) δώρισε το Κοχινούρ στη βασίλισσα Βικτορία, που έγινε αυτοκράτειρα της Ινδίας το 1877 — ένα υπέροχο δώρο αφού εκείνη την εποχή η αξία της πέτρας έφτανε τα 700.000 δολάρια. Οταν το διαμάντι ήρθε από την Ινδία ζύγιζε 1896 καράτια. Αργότερα κόπηκε σε 108,93 καράτια.

To διαμάντι εκτέθηκε στο Saint James Palace το 1850 με την ευκαιρία της επετείου των 250 χρόνων από την ίδρυση της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών. Το 1851 εκτέθηκε στο Crystal Palace στο Λονδίνο: το κοινό απογοητεύτηκε από το θέαμα επειδή, λόγω της κακής στίλβωσής του, το «βουνό του φωτός» δεν έλαμπε όσο θα μπορούσε να λάμπει αν τον είχαν γυαλίσει σύμφωνα με τις νέες τεχνικές εκείνης της εποχής. Η βασίλισσα Βικτορία αποφάσισε να αναθέσει την καινούργια του κοπή στον κόπτη Voorzanger, παρουσία του πρίγκιπα Αλβέρτου και του δούκα του Ουέλινγκτον. Χρειάστηκαν τριάντα οκτώ ημέρες για να κοπεί η πέτρα στην υπέρλαμπρη σημερινή οβάλ μορφή του βάρους 108,93 καρατίων.

Η βασίλισσα Βικτορία το τοποθέτησε σε μια καρφίτσα και όρισε ότι το Κοχινούρ θα μπορούσε να φορεθεί μόνο από βασίλισσα. Έτσι το διαμάντι φορέθηκε από τη βασίλισσα Αλεξάνδρα ως μέρος του στέμματος κατά τη στέψη της το 1902. Το 1911 αποτέλεσε το κεντρικό κομμάτι στο στέμμα της βασίλισσας Μαίρης. Το 1937 η πέτρα δέθηκε στο Βασιλικό Στέμμα της βασίλισσας Ελισάβετ (μητέρας της σημερινής βασίλισσας). Οι Ινδοί πατριώτες, όμως, είναι ήδη βαθιά προσβεβλημένοι από το γεγονός ότι τόσα χρόνια μετά την ανεξαρτησία το ανεκτίμητο αυτό διαμάντι βρίσκεται ακόμη στην κατοχή του αγγλικού θρόνου. Ετσι το 1990, το Ινδικό Κοινοβούλιο ζήτησε επισήμως να επιστραφεί το Κοχινούρ στην πατρίδα του. Για τους Ινδούς η πέτρα αυτή είναι μέρος της ιστορίας της χώρας και η παρακράτησή του από την Βρετανία απλώς υπενθυμίζει το ιμπεριαλιστικό παρελθόν. Πολλές, όμως επιπλέον, είναι οι διενέξεις που ακολουθούν αυτό το διαμάντι. Το Πακιστάν, το Ιράν και οι Ταλιμπάν, όλοι ζητούν την επιστροφή του. Προς το παρόν εκτίθεται στον Πύργο του Λονδίνου μαζί με τα υπόλοιπα βασιλικά κοσμήματα, περιμένοντας την μεγάλη μέρα της επιστροφής.