Print this pageEmail this pageDecrease font sizeReset font sizeIncrease font size

The Incomparable











Το Incomparable βρέθηκε την δεκαετία του '80, πιθανότατα το 1984, στην πόλη Mbuji Mayi στη λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο πρώην Ζαΐρ). Ο φυσικός αυτός κρύσταλλος ζύγιζε 890 καράτια. Βρέθηκε από ένα κοριτσάκι που έπαιζε σε έναν σωρό από ερείπια έξω από το σπίτι του θείου της. Τα ερείπια αυτά είχαν συλλεχτεί νόμιμα από παλαιές απορρίψεις των κοντινών ορυχείων διαμαντιών MIBA. Τα μπάζα αυτά απορρίφθηκαν κατά τις εργασίες επέκτασης των ορυχείων, διότι δεν θεωρήθηκαν ως οικονομικά ενδιαφέροντα. Το κοριτσάκι έδωσε το διαμάντι στο θείο της, ο οποίος το πούλησε σε Αφρικανούς εμπόρους διαμαντιών, οι οποίοι με την σειρά τους το πούλησαν σε μια ομάδα Λιβανέζων αγοραστών που δραστηριοποιούνταν στην γειτονική περιοχή του Kinshas.

Τελικά αγοράστηκε αργότερα στην Αμβέρσα από τον Sir Philip Oppenheimer των De Beers. Ο Philip Oppenheimer, μετέπειτα Πρόεδρος του Κεντρικού Οργανισμού Πωλήσεων (Central Selling Organization) και διευθυντής των De Beers, το πούλησε στο Donald Zale, Πρόεδρο του Συμβουλίου της εταιρείας Zale, της αλυσίδας κοσμηματοπωλείων του Ντάλλας. Ο Zale αγόρασε το διαμάντι σε συνεργασία με τον Marvin Samuels (της παλαιότερης εταιρίας πολύτιμων λίθων), και τον Louis Glick, και οι δύο προεξέχουσες προσωπικότητες στη βιομηχανία διαμαντιών της Νέας Υόρκης. Η τεράστια πέτρα εμφανίστηκε επίσημα τον Νοεμβρίου του 1984, την χρονιά αυτήν ήταν και η 75η επέτειο της εταιρίας Zale. Σύντομα παρουσιάστηκε στο μουσείο Φυσικής Ιστορίας του ιδρύματος Smithsonian στην Ουάσιγκτον.

Η επιτήρησης της κοπής δόθηκε στον κ. Samuels, διάσημο για την εμπειρία και την αποτελεσματικότητά του στην εδροτόμηση πολύτιμων λίθων και μεγάλων διαμαντιών. Αυτό το διαμάντι παρουσίασε σημαντικές δυσκολίες. Η βασική εξωτερική του μορφή ήταν εξαιρετικά ανώμαλη. Ήταν ανισοπαχές στα άκρα του, παρουσίαζε βυθίσματα και κοιλίες. Επίσης ήταν πολύ τραχιά, με χάσματα και ρωγμές. Το ευχάριστο ήταν ότι από παρατήρηση του εσωτερικού του διαπιστώθηκε η απουσία εγκλεισμάτων.

Η πέτρα μελετήθηκε τέσσερα χρόνια πριν κοπεί. Σε όλο αυτό το διάστημα οι ιδιοκτήτες της βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα δίλημμα: Εάν θα πήγαιναν σε έναν πολύτιμο λίθο με βάρος που θα υπερέβαινε αυτό του Cullinan Ι (530,20 καράτια) ή θα διαμορφώνανε έναν μικρότερο, αλλά τελείως απαλλαγμένο από εγκλείσματα. Δηλαδή το δίλημμα ήταν μέγεθος ή ποιότητα. Ο Samuels είχε πει δεν πρέπει να διαπραγματευτούμε μέγεθος μικρότερο από 531 καράτια, διότι έτσι θα πετυχαίνανε το μεγαλύτερο κομμένο διαμάντι του κόσμου. Εντούτοις, κατά τη διάρκεια των μελετών και κυρίως μετά το δεύτερο έτος, ο Samuels και οι συνεργάτες του συνηδειτοποίησαν ότι η σκέψη της υπέρβασης του βάρους του Cullinan Ι πρέπει να ξεχαστεί.

Τελικά αποκόπηκαν τεμάχια για να μείνει ένας μεγάλος πυρήνας τελείως απαλλαγμένος από εγκλείσματα. Πρίν εδροτομηθεί το μεγαλύτερο αυτό κομμάτι η εργασία άρχισε από τα μικρότερα τεμάχια. Ο κ. John Sampson White, μετέπειτα έφορος ορυκτολογίας του ιδρύματος Smithsonian, εξέτασε αυτά τα «περισσεύματα» και έκανε μια ενδιαφέρουσα διαπίστωση. Το πρώτο πράγμα που «έπιασε» το μάτι του ήταν η χρωματική διαφοροποίηση. Είχε εξετάσει την άκοπη πέτρα των 890 καρατίων πολλές φορές πριν, αλλά δεν είχε παρατηρήσει ποτέ οποιαδήποτε διαφορά του χρώματος στο εσωτερικό. Μερικά από τα τεμάχια είχαν πλούσιο κίτρινο χρώμα με καφετιά χροιά, ενώ άλλα είχαν χλωμό κίτρινο χρώμα, και τα υπόλοιπο ήταν ουσιαστικά άχρωμα. Το εναπομείναν μεγάλο κεντρικό κομμάτι είχε ομοιόμορφο κίτρινο χρώμα. Τελικά ο κ. Sampson White διαπίστωσε ότι ο αρχικός φυσικός κρύσταλλος δεν ήταν χρωματισμένος ομοιόμορφα, αλλά ήταν χωρισμένος σε ομόκεντρες ζώνες από μέσα προς τα έξω, που πιθανότατα αντιπροσώπευαν τα διαφορετικά στάδια της κρυστάλλωσής του. Από τα μικρότερα τεμάχια προέκυψαν δεκατέσσερις πολύτιμοι λίθοι, ο μεγαλύτερος εκ των οποίων ζυγίζει 15,66 καρατιών, ενώ οι υπόλοιποι κυμαίνονται από 6,01 μέχρι 1,33 καράτια.

Το εναπομείναν μεγαλύτερο κομμάτι παρήγαγε τελικά έναν πολύτιμο λίθο που ζυγίζει 407,48 καράτια, είναι το τρίτο μεγαλύτερο διαμάντι που κόπηκε ποτέ, μετά το χρυσό ιωβηλαίο και το Cullinan Ι. Οι διαστάσεις του είναι 53,90 × 35,19 × 28,18 χιλ. Η καθαρότητας είναι IF (τελείως απαλλαγμένο από εγκλείσεις), η κοπή χαρακτηρίστηκε σαν ασπιδωτή emerald και το χρώμα σαν fancy καφεκίτρινο. Στην ασυνήθιστη τριγωνική μορφή της κοπής του αποδόθηκε αργότερα ο φανταστικό όρος «triolette».

Πριν από την εμφάνισή του στη δημοπρασία της Νέας Υόρκης στις 19 Οκτωβρίου του 1988, το διαμάντι προσφέρθηκε στους Christieʼs στο Λονδίνο όπου ονομάστηκε «χρυσός γίγαντας». Σύντομα όμως μετονομάστηκε σε Incomparable (ασύγκριτο), διότι όντως έχει ασύγκριτη ομορφιά και σπανιότητα, και είναι το μεγαλύτερο διαμάντι που προσφέρθηκε ποτέ στο κοινό για πώληση. Τελικά πουλήθηκε για $12 εκατομμύρια, η υψηλότερη τιμή που προσφέρθηκε ποτέ σε δημοπρασία για μια μόνο πολύτιμη πέτρα έως εκείνη τη στιγμή. Ο αγοραστής ήταν ο Louis Glick.

Το Νοεμβρίου του 2002, το Incomparable εμφανίστηκε σε μια διαδικτυακή δημοπρασία με τιμή εκκίνησης περίπου $15 εκατομμυρίων, η πέτρα όμως παρέμεινε απούλητη.

Τελευταία φορά εκτέθηκε σε δημόσια θέα από το βασιλικό μουσείο του Οντάριο στις 25 Οκτωβρίου του 2008. Πολύ τυχεροί οι επισκέπτες της συγκεκριμένης έκθεσης, διότι είδαν ένα χρυσοκίτρινο διαμάντι τέλειας καθαρότητας και τεραστίου μεγέθους.