Print this pageEmail this pageDecrease font sizeReset font sizeIncrease font size

Wittelsbach


















Η ιστορία του περίφημου γκρι-μπλε διαμαντιού Wittelsbach – τα ίχνη του οποίου είχαν χαθεί για περισσότερα από 50 χρόνια – είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο. Το διαμάντι ήλθε στην Ευρώπη από την Ινδία τον 17ο αιώνα, χαρίστηκε από τον Βασιλιά της Ισπανίας στην κόρη του Infanta Margarita Teresa, κόσμησε τα στέμματα Αυστρίας και Βαυαρίας και το 1964 «εξαφανίστηκε» σε κάποια ιδιωτική συλλογή.

Τον Δεκέμβριο 2008 εμφανίζεται σε δημοπρασία του Christieʼs του Λονδίνου και αγοράζεται στο αστρονομικό ποσό των 24,3 εκατομμυρίων δολαρίων από τον δισεκατομμυριούχο και ντήλερ διαμαντιών Laurence Graff. Από εδώ και πέρα η ιστορία του φωτίζεται με άπλετο φως εφόσον ο νυν κάτοχος του να «βελτιώσει» το διαμάντι ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων. Το αρχικό διαμάντι σε στιλ cushion-cut ζύγιζε μεν 35,52 καράτια, αλλά είχε αρκετά ελαττώματα, με αποτέλεσμα να περάσει ξανά από επεξεργασία που μείωσε το βάρος του στα 31 καράτια. Το νέο διαμάντι ονομάστηκε Wittelsbach-Graff και είναι ένα από τα ιστορικά πετράδια που κοσμούν την συλλογή του Ινστιτούτου Σμιθσόνιαν, μαζί με ένα άλλο ιστορικό πετράδι, το Hope.

Από εδώ και πέρα οι απόψεις διίστανται. Κάποιοι ειδικοί διαμαρτύρονται ότι ο Graff αγόρασε ένα ιστορικής αξίας διαμάντι και το έκανε αγνώριστο αφού το επέβαλε ξανά στην διαδικασία της κοπής. Με άλλα λόγια, το νέο Wittelsbach δεν έχει καμία σχέση πια με το ιστορικό διαμάντι που ανήκε κάποτε στον Οίκο των Wittelsbach. Ο Graff, όμως, έχει διαφορετική άποψη. «Το διαμάντι παρουσίαζε σοβαρές φθορές, ειδικά στις άκρες του, εφόσον κόπηκε με τεχνικές του 1600 που δεν έχουν καμία σχέση με τις σημερινές», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Graff μετά την δημοπρασία. «Στόχος μου είναι να αποκτήσει το πετράδι την αίγλη του».

Ο Graff, βέβαια, δεν βελτίωσε μόνο το διαμάντι αλλά και την δική του φήμη. Είχε, όμως, το δικαίωμα να «τροποποιήσει» ένα διαμάντι που ούτε ο ίδιος ο Χρόνος τόλμησε να πειράξει; Εξακολουθεί να είναι το ίδιο πετράδι που ανακάλυψε ο Tavernier ή μήπως θα έπρεπε να μην φέρει καθόλου το όνομα των Wittelsbach; Αυτό είναι το δίλημμα που θέτουν οι ειδικοί.

Συχνά και όταν αναζητούμε τίτλους άρθρων που αφορούν διάσημα διαμάντια, πέφτουμε πάνω σε σημεία που αναφέρουν ότι «είναι άγνωστο που βρίσκεται αυτή την στιγμή το διαμάντι» ή «τα ίχνη του διαμαντιού Χ που έχουν χαθεί». Οπότε, ο τίτλος «Ένα σπάνιο διαμάντι λύνει την σιωπή του», που εμφανίστηκε σε εφημερίδα τον Ιανουάριο του 1962, σίγουρα μας έκανε να πάρουμε μια βαθιά ανάσα ικανοποίησης. Ο λόγος είναι το Wittelsbach. Το σπάνιο βαθύ μπλε χρώματος διαμάντι που έλυσε την σιωπή του μετά από αρκετές δεκαετίες και τράβηξε σαν μαγνήτης την προσοχή μας.

Το βάρος του διαμαντιού είναι 35,56 μετρικά καράτια, έχει διάμετρο 24,40 χιλιοστά και βάθος 8,29 (η διάμετρος αφορά το μήκος του διαμαντιού και το πλάτος του είναι κατά τι μικρότερο εφόσον έχει οβάλ σχήμα). Το πετράδι δεν έχει υποστεί ιδιαίτερες φθορές πέρα από κάποια σημάδια που, πιθανότατα, δημιουργήθηκαν όταν αφαιρέθηκε από το στέμμα που κοσμούσε. Επίσης, είχε 82 πλευρές σε ακανόνιστη διάταξη – με τις star να κόβονται κάθετα, το pavilion να έχει 16 πλευρές κατά ζεύγη με πλάτος ίσαμε το πλάτος βελόνας και να βλέπουν προς το culet.

Μνεία στο πετράδι αυτό γίνεται για πρώτη φορά γύρω στα τέλη του 17ου αιώνα και το σίγουρο είναι πως προέρχεται από διαμαντορυχείο της Ινδίας. Λόγω του χρώματος του, που είναι βαθύ μπλε, φημολογείται πως ίσως κάποτε να ήταν μέρος του εξ ίσου πασίγνωστου French Blue Diamond, το βάρος του οποίου είναι 112,5 παλιά καράτια (σε ακατέργαστη μορφή), το οποίο αγοράστηκε από τον Tavernier και αργότερα πούλησε στον Λουδοβίκο 14ο της Γαλλίας. Το περίφημο Hope (45,52 καράτια) προήλθε από αυτό το διαμάντι, αλλά τεχνικοί λόγοι μας κάνουν να αποκλείουμε την πιθανότητα και το Wittelsbach να προέρχεται από το ίδιο αρχικό πετράδι. Συνεπώς, θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι αδύνατον τόσο το Hope όσο και το Wittelsbach να προέρχονται από το French Blue Diamond του Tavernier. Από την άλλη μεριά, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να διαπιστώσουμε αν τα δύο αυτά διαμάντια έχουν κοινά φυσικά χαρακτηριστικά.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως το Wittelsbach δεν φημίζεται για την ταραχώδη ιστορία του μιας και ως επί το πλείστον άλλαζε απλώς χέρια μεταξύ της μιας και της άλλης βασιλικής οικογένειας. Ο Φίλιππος Δʼ της Ισπανίας δώρισε το πετράδι στην 15ντάχρονη κόρη του Infanta Margareta Teresa όταν λογοδόθηκε με τον Αυτοκράτορα Λεοπόλδο Αʼ της Αυστρίας το 1664 (πιθανότατα να υπήρχαν περισσότερα στοιχεία για τα πρώτα χρόνια του διαμαντιού αυτού στα αρχεία της Μαδρίτης, όμως καταστράφηκαν κατά τον Εμφύλιο του 1936-39). Η προίκα της νύφης δημιουργήθηκε από τα διάφορα πολύτιμα πετράδια που διέθετε τότε το θησαυροφυλάκιο της Ισπανίας και που είχαν αποκτηθεί από Ινδία και Πορτογαλία. Μέσα σε αυτά ήταν και ένα μεγάλο μπλε χρώματος διαμάντι. Δυστυχώς, ο γάμος του Αυτοκράτορα με την Infanta έληξε το 1675 με τον θάνατο της και η προίκα πέρασε στα χέρια του συζύγου της, όπως αναφέρει έγγραφο με ημερομηνία 23 Μαρτίου 1673:

«Ένα διαμαντένιο κόσμημα… που αποτελείται από… ένα στολίδι λαιμού με Μεγάλο Μπλε Διαμάντι στο κέντρο του και περιτριγυρισμένο με διάφορα ρουμπίνια».

Τα κοσμήματα που είχε κληρονομήσει ο Λεοπόλδος από την Infanta πέρασαν στην τρίτη του σύζυγο, κόρη του Βασιλικού Εκλέκτορα, Αυτοκράτειρα Ελεονόρα Μανταλένα. Ο Λεοπόλδος πεθαίνει το 1720, αλλά η αυτοκράτειρα είχε ήδη φροντίσει το «Μεγάλο Μπλε Διαμάντι» να κληροδοτηθεί στην μικρότερη εγγονή της Αρχιδούκισσα Μαρία Αμέλια, κόρη του Αυτοκράτορα Ιωσήφ Αʼ.

Η Αρχιδούκισσα σχετίζεται το 1717 με τον άνθρωπο που αργότερα θα γινόταν και σύζυγος της, τον, γεννημένο στις Βρυξέλλες το 1697 και μεγαλωμένο στην Αυστρία, Πρίγκιπα της Βαυαρίας Κάρολο Αλβέρτο. Ο γάμος τους το 1722 καθορίζει και το μέλλον του μπλε διαμαντιού. Το πετράδι περνά στα χέρια του Οίκου της Βαυαρίας, του γνωστού οίκου Wittelsbach, μέχρι την παραίτηση του τελευταίου βασιλιά από τον θρόνο το 1918. Το πετράδι, που ήταν και ο βασικός πολύτιμος λίθος της προίκας της Μαρίας Αμέλια, αναφέρεται στον σχετικό κατάλογο του προικώου ως «Αρ. 1: Ένα μεγάλο μπλε διαμάντι σε κόσμημα με διάφορα άλλα μπριγιάν» αξίας 240.000 φιορινιών, που αποδεικνύει και την αξία του πετραδιού ιδιαίτερα όταν αυτή συγκρίνεται με διάφορα άλλα πολύτιμα αντικείμενα.

Δεν πέρασε πολύς καιρός από την τέλεση του γάμου του Πρίγκιπα και της Αρχιδούκισσας και ο πατέρας του, Εκλέκτορας Μαξιμιλιανός Εμμανουήλ, βρίσκεται αντιμέτωπος με οικονομικά προβλήματα. Επειδή, λόγω της θέσης του, είναι και υπεύθυνος για τα περιουσιακά στοιχεία της βασιλικής οικογένειας, έχει και το ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει με αυτά. Συνεπώς, χρησιμοποίησε το περίφημο διαμάντι Wittelsbach σαν ενέχυρο για να δανειστεί χρήματα από κάποιον τραπεζίτη ονόματι Oppenheim με τον όρο η αποπληρωμή να γίνει τέσσερα χρόνια μετά έναντι 543.781 φιορινιών. Ο εκλέκτορας πεθαίνει λίγο αργότερα και ο γιός του κληρονομεί, μέσα στα άλλα, και το θλιβερό καθήκον να καλύψει το χρέος του πατέρα του. Η οικογένεια του εκλέκτορα φτάνει στο χείλος της οικονομικής καταστροφής εφόσον η αποπληρωμή του χρέους της στοιχίζει συνολικά τέσσερα εκατομμύρια φιορίνια.

Ο νέος εκλέκτορας Κάρολος Αλβέρτος φαίνεται πως έτρεφε μεγάλη συμπάθεια για το Wittelsbach αφού του άλλαζε κατά καιρούς το δέσιμο και κάθε φορά το έκανε πιο όμορφο από την προηγούμενη. Τον διαδέχεται ο Μαξιμιλιανός Γʼ ο οποίος διατάσσει να γίνει ένα άλλο διαφορετικό δέσιμο στο πετράδι, έργο που αναλαμβάνει κοσμηματοπώλης από το Μόναχο. Έτσι το Wittelsbach γίνεται μέρος ενός κοσμήματος που είχε την μορφή άνθους περιτριγυρισμένου με μπριγιάν και περίγραμμα από μεγαλύτερα μπριγιάν. Επίσης, το όλο κόσμημα έδενε ακτινωτά με μεγαλύτερα μπριγιάν σε στιλ cushion και στο κάτω μέρος να καταλήγει σε θηλιά με διαμάντι ροζ-καφέ στην μέση. Το όλο κόσμημα είχε συνολικά 700 μπριγιάν.

Ο Λουδοβίκος Γʼ ήταν ο τελευταίος βασιλιάς της Βαυαρίας που χρησιμοποίησε το περίφημο μπλε πετράδι μέχρι που παραιτήθηκε το 1918 όταν η Γερμανία έγινε δημοκρατία. Ο Λουδοβίκος αποσύρθηκε έκτοτε στο κτήμα που διέθετε στην Ουγγαρία και πέθανε το 1921. Ήταν λογικό και επόμενο πως το διαμάντι Wittelsbach θα συνόδευε τον τελευταίο μονάρχη της χώρας στην τελευταία του κατοικία στο Theatinerkinche του Μονάχου.

Η Βαυαρία γίνεται, μετά τον Αʼ Παγκόσμιο Πόλεμο, προεδρευόμενη δημοκρατία και τα μέχρι τότε περιουσιακά στοιχεία του Οίκου των Wittelsbach τίθενται υπό τον έλεγχο ενός αντισταθμιστικού κονδυλίου. Τα μέλη της βασιλικής οικογένειας λαμβάνουν και την ανάλογη αποζημίωση που αποδεικνύεται τελείως άχρηστη εφόσον στην χώρα επεβλήθησαν αυστηρά μέτρα, λόγω του πληθωρισμού, και απαγορευόταν δια νόμου η πώληση γης έναντι χρηματικού αντιτίμου. Συνεπώς, τα μέλη του βασιλικού οίκου τελούν υπό καθεστώς φτώχιας και το Κράτος αποφασίζει το 1931 να πουλήσει κάποια από τα κοσμήματα του Θρόνου ώστε να ανακουφίσει οικονομικά τους απόγονους του τελευταίου βασιλιά.

Ο οίκος δημοπρασιών Christieʼs του Λονδίνου αναλαμβάνει όχι μόνο να πουλήσει τα κοσμήματα του Θρόνου της Βαυαρίας αλλά και να δρέψει τις δάφνες της πρόκλησης. Η δημοπρασία ανακοινώνεται για τον Δεκέμβριο 1931 και μέσα στα κοσμήματα υπάρχει και το μπλε διαμάντι, το οποίο τραβά σαν μαγνήτης το ενδιαφέρον και την προσοχή του κοινού. Η δημοπρασία κρατά δύο ολόκληρες ώρες και πουλά συνολικά 13 παρτίδες με κοσμήματα. Το ονομαστό μπλε διαμάντι βρίσκεται στην πρώτη παρτίδα με τιμή εκκίνησης 3.000 λίρες. Οι προσφορές φτάνουν μέχρι το αστρονομικό ποσό, για την εποχή, των 5.400 λιρών. Αγοραστής φέρεται να είναι κάποιος ονόματι «Thorp» αν και φημολογείται κατά γενική ομολογία ότι το διαμάντι δεν κατάφερε να πουληθεί. Βέβαια, ανάμεσα στα πετράδια που πουλήθηκαν, ήταν ένα μακρόστενο μπριγιάν σε χρώμα κανελί-κίτρινο που, ενδεχομένως, να πρόκειται για το ροζ-καφέ διαμάντι που υπήρχε στο κόσμημα του Μαξιμιλιανού Γʼ.

Έκτοτε το περίφημο Wittelsbach αρχίζει να καλύπτεται από τα πέπλα του μυστηρίου. Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς παίχτηκε σε εκείνη την δημοπρασία του Christieʼs τον Δεκέμβριο του 1931, αλλά το σίγουρο είναι πως το διαμάντι δεν επέστρεψε στο μουσείο του Μονάχου αλλά την θέση του πήρε ένα ευτελούς αξίας κομμάτι γυαλί σε μπλε χρώμα. Οι φήμες όπως ήταν φυσικό, αρχίζουν να οργιάζουν και, σύμφωνα με κάποια εξ αυτών, το πετράδι αγοράστηκε παράνομα το 1932 από κοσμηματοπώλη από το Μόναχο και κάνει την επανεμφάνιση του μετά από καιρό στην Ολλανδία. Μετέπειτα έρευνες αποδεικνύουν ότι το διαμάντι να πουλιέται το 1951 στο Βέλγιο και να αλλάζει ξανά χέρια το 1955. Τρία χρόνια αργότερα ενδέχεται πολλοί από τους επισκέπτες της Παγκόσμιας Έκθεσης που διοργανώθηκε στις Βρυξέλλες να θαύμασαν – εν αγνοία τους – το μπλε πετράδι ανάμεσα στα τόσα άλλα κοσμήματα. Κανένας, όμως, δεν φαίνεται να είχε την αμυδρή ιδέα ότι το διαμάντι ήταν στην πραγματικότητα το μέχρι τότε «χαμένο» Wittelsbach Diamond.

Μόνο ο εκλιπών βέλγος κοσμηματοπώλης και γόνος γνωστής οικογένειας στον χώρο του διαμαντιού, Joseph Komkommer, φαίνεται να κατάφερε να αναγνωρίσει και να ταυτοποιήσει το πετράδι.

Τον Ιανουάριο 1962 δέχεται τηλεφώνημα όπου του ζητούσαν να ρίξει μια ματιά σε ένα διαμάντι κοπής Old Mine, που υπήρχε το ενδεχόμενο να κοπεί ξανά. Όταν άνοιξε το δέμα έμεινε με το στόμα ανοικτό γιατί ανάμεσα σε ένα μάτσο από σπάνια και πανάκριβα πετράδια βρισκόταν και ένα διαμάντι σε σκούρο μπλε χρώμα. Αμέσως αναγνώρισε το ιστορικό διαμάντι και, μάλιστα, θεώρησε ιεροσυλία να τολμήσει έστω να αφαιρέσει ένα κομματάκι του. Η ταυτοποίηση έγινε με την βοήθεια του γιού του Jacques Komkommer, ο οποίος πιστοποίησε ότι επρόκειτο για το «χαμένο» μπλε διαμάντι του Οίκου των Wittelsbach. Παράλληλα, ζήτησε την βοήθεια διαφόρων αγοραστών διαμαντιών από ΗΠΑ και Βέλγιο, με τους οποίους σχημάτισε πολυεθνική εταιρία και αγόρασε το διαμάντι έναντι 180.000 λιρών. Ποτέ δεν έγινε γνωστό το όνομα των πωλητών. Τελικά, το διαμάντι κατέληξε το 1964 στα χέρια ιδιωτικού συλλέκτη.

Στις 10 Δεκεμβρίου 2008 το πετράδι πουλιέται από τον Christieʼs έναντι 16,4 εκατομμυρίων λιρών (23,4 εκατ. Δολάρια) στον λονδρέζο κοσμηματοπώλη Laurence Graff. Η τιμή αυτή είναι η μεγαλύτερη που έπιασε ποτέ διαμάντι σε δημοπρασία και έσπασε το προηγούμενο ρεκόρ, που κρατούσε το Star of the Season.